Το δάσος της λήθης

Κατηγορία: Μυθιστόρημα

Είδος: Δράμα εποχής στο χώρο της φαντασίας (Epic drama fantasy)

To «Δάσος της λήθης» είναι ένα έργο φαντασίας. Πάνω σε κόσμους μαγικούς, σκοτεινούς, περασμένων και άναρχων χρόνων. Με ανθρώπους που δοκιμάζονται στο καμίνι της ζωής. Στους έρωτες, στα πάθη, στην αγάπη, στα γονικά αισθήματα. Όλα αυτά τυλιγμένα σε θρύλους, σε μυθικά πλάσματα, σε απύθμενα σκοτάδια, ρήξεις και συγκρούσεις.

Άνθρωποι που δοκιμάζονται μέσα σε σχέσεις εξουσίας, που παρασύρονται στο δόλο και στο φθόνο βουτηγμένοι στην αλαζονεία. Άνθρωποι που γίνονται απλά όργανα σε μύθους ξεχασμένους και θρύλους χθόνιους.

Αυτό είναι το βασίλειο του Φόριεν, σε μια γονική κοιλάδα, αντίκρυ από το επιβλητικό μα και απροσπέλαστο Βουνό των σκιών. Ανάμεσά τους ένα φυσικό σύνορο, το Δάσος της Λήθης. Ένα φυσικό σύνορο που μέσα του γεννιέται και εξελίσσεται μια μεγάλη ιστορία. Με πολλούς πρωταγωνιστές. Μια ιστορία που θα την παρακολουθούμε σε δύο χρονικά επίπεδα με διαφορά εικοσιπέντε ολάκερων χρόνων. Γιατί μέσα σε αυτά τα χρόνια έχουν διαμορφωθεί όλα εκείνα τα μεγάλα και σκοτεινά που θα μετατρέψουν το μεγάλο δάσος από ένα στολίδι της φύσης και της ζωής σε χώρο σκοταδιού, λησμονιάς και θανάτου.

Πλοκή

«Οι σκουριασμένες αλυσίδες στις φυλακές,

διαλύονται απ το φως του ήλιου.

Περπατώ σε ένα δρόμο που οι ορίζοντες αλλάζουν.

Η παράσταση αρχίζει,

ο αυλητής παίζει το δικό του σκοπό,

οι χορωδίες τραγουδούν απαλά τρία νανουρίσματα σε μια αρχαία γλώσσα,

στην αυλή του πορφυρού βασιλιά»

Όλα θα ξεκινήσουν όταν στα χέρια του Άλαντ, του σοφού δάσκαλου του Φόριεν, θα φτάσει, με ανεξήγητο τρόπο, μια περγαμηνή σε μια αρχαία γλώσσα,

Αποκωδικοποιώντας τους στίχους, θα διαβάσει κάποιες παράξενες αναφορές γεγονότων, με έντονο συμβολισμό που έχουν να κάνουν με την αυλή του «Πορφυρού βασιλιά», όπως είναι το προσονύμιο του βασιλιά Ζάρεκ. Στο διπλανό μεγάλο δάσος της λήθης, εδώ και χρόνια, μια σκοτεινή μορφή, σπέρνει τον θάνατο και τον τρόμο, κύρια στους στρατιώτες του βασιλιά αλλά και στον ίδιο και στον κύκλο του.

Εν όψει του γάμου του Μέλιαν, του νεαρού γιου του βασιλιά, με την Ελεάνορ, κόρη του Έντγκαρ, υψηλού αξιωματούχου του βασιλείου, η δολοφονική απειλή περνά τα σύνορα του δάσους για να χτυπήσει στις παρυφές της πόλης. Τι κρύβει το άμεσο μέλλον για το βασίλειο του Φόριεν; Ποια είναι αυτή η σκοτεινή μορφή και τι αποζητά;

Τι είναι αυτό το μυστικό που βρίσκεται θαμμένο στο Βουνό των Σκιών και απλώνεται ως το Δάσος της λήθης;

Που μπορείτε να το διαβάσετε:

Το μυθιστόρημα υπάρχει σε μορφή e-book ελεύθερο στην δικτυακή πλατφόρμα του Wattpad. Μπορείτε να το βρείτε εδώ:

«Το Δάσος της Λήθης»

Επίσης μπορείτε να το βρείτε και στο blog του αγαπητού φίλου Γιώργου Δερβεντλή, εδώ:

«Το Δάσος της Λήθης/Μουσικές ιστορίες»

Ford Cortina μοντέλο 1967

Κατηγορία: Διήγημα θρίλερ τρόμου

Θέμα-Πλοκή

«…Μπορεί ακόμα να ήταν λίγο μετά τις έξι το απόγευμα αλλά η χειμωνιάτικη καταιγίδα είχε φορτώσει τα χρώματα της νύχτας έντονα παντού. Η βροχή έξω έπεφτε καταρρακτωδώς και ο ουρανός στην κυριολεξία φεγγοβολούσε από τους κεραυνούς που έπεφταν συνεχώς. Προσπαθούσε να οδηγεί όσο το δυνατόν πιο προσεκτικά. Είχε αφήσει εδώ και ώρα τον επαρχιακό δρόμο γιατί κάποιες πινακίδες με έργα κυκλοφορίας τον οδηγούσαν σε παράκαμψη. Και αυτή η αλλαγή στην πορεία του, τον οδήγησε αναγκαστικά μέσα από σχεδόν αγροτικούς δρόμους. Ο φωτισμός ήταν στην ουσία ανύπαρκτος και ούτε λόγος να γίνεται για την ποιότητα της ασφάλτου στο δρόμο…»

Ο Αχιλλέας, ένας νεαρός άντρας, καταμεσής μιας άγριας καταιγίδας, βρίσκει καταφύγιο σε ένα μεγάλο κτήμα, κάπου σε μια ερημική περιφερειακή τοποθεσία. Εκεί θα τον υποδεχτεί ο Νικήτας, ένας εξηντάρης παράξενος και βλοσυρός άντρας, που ζει εκεί με την όμορφη και γοητευτική νεαρή κόρη του, τη Σύλβια. Το νυχτερινό δείπνο, μέσα σε μια παράξενη ατμόσφαιρα, θα γίνει απαρχή των γεγονότων εκείνης της νύχτας. Μιας νύχτας που θα κινηθεί στα όρια του τρόμου και του εφιάλτη

Που μπορείτε να το διαβάσετε:

Το διήγημα πήρε μέρος στο δικτυακό λογοτεχνικό δρώμενο «Μουσικές ιστορίες», που δημοσιεύει το blog του αγαπητού φίλου Γιώργου Δερβεντλή και θα το βρείτε εδώ:

Ford Cortina Μοντέλο 1967

Ανεπίδοτο σημείωμα

Κατηγορία: Ερωτικό δραματικό διήγημα

Η Αμπρόζια. Μετρούσε τριάντα τρεις κύκλους χρόνων στη δική της ζωή. Αρκούσε ένα όμορφο σπίτι στα περίχωρα της όμορφης επαρχιακής κωμόπόλης, κάπου στην αρχή της δεκαετίας του 1970, για να μιλήσει για ευτυχία; Σαφώς όχι! Τα τελευταία χρόνια η ζωή της ήταν κάτι σαν φυλακή. Με ένα μεγάλο κενό όχι μόνο στη συμβίωσή της αλλά το κυριότερο στην καρδιά της. Πόσο αλλάζουν οι άνθρωποι στο πέρασμα των καιρών! Ή μάλλον πόσο λίγο μπορούμε να τους ξέρουμε. Μάλλον αυτό το τελευταίο ίσχυε για τη συμβίωσή της. Όλα συνήθως ξεκινούν όμορφα, τυλιγμένα σε ένα γαλήνιο σύννεφο που πολλές φορές μπορεί να γίνει μια πλάνη που σύντομα αποκαλύπτεται. Και τότε το ταξίδι στα σύννεφα μετατρέπεται σε μια ακινησία σε ένα βάλτο ζωής και ονείρων.

Που μπορείτε να το διαβάσετε:

«Ανεπίδοτο σημείωμα»

Είναι δημοσιευμένο στο προσωπικό μου ιστολόγιο: «Ηδύποτον»

Πρώτη δημοσίευση: 25 Απρίλη 2021 στα πλαίσια του δικτυακού λογοτεχνικού δρώμενου:

«Μίνι σκυτάλη #2»

Το μενταγιόν με τα πράσινα πετράδια

Κατηγορία: Μικρό αστυνομικό δραματικό διήγημα

Λίγα λόγια για το διήγημα:

«Το Μενταγιόν με τα πράσινα πετράδια» είναι ένα μικρό διήγημα στο χώρο του αστυνομικού δράματος. Βασισμένο στο κίνητρο της εκδίκησης και της τιμωρίας με σημείο αναφοράς την υπέρτατη αξία της Φιλίας και της κοινής πορείας στη ζωή. Ο Κόσμος των δικαστηρίων και της «δικαιοσύνης» απέχει πολύ από την πραγματική έννοια της δικαιοσύνης και της Νέμεσης. Οι λόγοι γνωστοί σε όλους. Η Ιφιγένεια δεν θα μπορούσε να αφήσει τη μνήμη της φίλης της Λυδίας στην ανελέητη και εξαγορασμένη λήθη.

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά τον Ιούνη του 2018, ως συμμετοχή στο δικτυακό λογοτεχνικό δρώμενο «Παίζοντας με τις λέξεις»

Το μενταγιόν με τα πράσινα πετράδια

”κ. Πρόεδρε..”, ακούστηκε η φωνή του σωματοφύλακά ,“η Κυρία σας περιμένει”

-”Φέρτην μέσα και φύγε”.

Το βλέμμα του έμεινε έκπληκτο επάνω σε κάθε εκατοστό του κορμιού της.

-”Είμαι η Λιάνα”

-”Πέρα από κάθε προσδοκία….!”, απάντησε λαίμαργα “Πέρασε….!”

Προχώρησε, έριξε μια ματιά στην χλιδή της σουίτας. Έκατσε στον δερμάτινο καναπέ.

Τα κόκκινα μαλλιά της με τα γαλανά της μάτια. Έδινε μάχη για να συγκρατηθεί καθώς η φούστα με ένα σκίσιμο έστηνε μια κολασμένη άβυσσο ανάμεσα στα πόδια της.

-”Ακριβής στο ραντεβού Λιάνα” της είπε προσφέροντας τσιγάρο.

-”Επαγγελματική συνήθεια”, απάντησε φυσώντας τον καπνό προκλητικά στο πρόσωπό του.

-”Εκτιμώ την αμεσότητα, στις δουλειές μου απαιτώ ταχύτητα”

-”Και αποτελεσματικότητα…” του απάντησε. Ξαφνιάστηκε..!

-”Το συμπεραίνετε ;”

-”Φυσικά, ένας άντρας σαν εσάς,τολμηρός στις ορέξεις του, καθαρός στις υποθέσεις του…”

Την κοίταξε διερευνητικά. Είχε κάτι διαφορετικό από τα συνήθη πληρωμένα call girls.

-”Με εντυπωσιάζεις….” είπε πλησιάζοντάς την.

-”Για αυτό είμαι εδώ απόψε….!” απάντησε προκλητικά.

Βούλιαξε στο λαιμό της. Τα χέρια του χύμηξαν στο στήθος της και αχόρταγα ψηλά ανάμεσα στα πόδια της.

-”Ένα ποτό ;” τον διέκοψε.

-”Ω συγγνώμη….!” παραδέχτηκε εκείνος. Κατευθύνθηκε στο άλλο δωμάτιο.

-”Τι πίνεις ;”

-”Ουίσκι” .

Επέστρεψε με δύο ποτήρια στα χέρια του. Τα μάτια του καρφώθηκαν στο δερμάτινο μισάνοιχτο κουτί πάνω στο τραπεζάκι. Ένα εντυπωσιακό μενταγιόν με πράσινα πετράδια κρεμόταν αντιφεγγίζοντας στο φως. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Έπιασε με το χέρι του το μενταγιόν με απίστευτη έκπληξη.

-”Που το βρήκες αυτό ;”

– “Σας θυμίζει κάτι ;” τον ρώτησε αινιγματικά.

Το ποτήρι κύλησε από το τρεμάμενο χέρι του, έγινε κομμάτια στο μαρμάρινο πάτωμα.

-”Που το βρήκες αυτό καταραμένη σε ρωτάω…!!!” ακούστηκε η φωνή του γεμάτη τρόμο. “Ποιος στο έδωσε ;” οι φωνές του ακούστηκαν απ’ το φωταγωγό.

…………………………………………

Σταμάτησε το αυτοκίνητό της σε ένα ξέφωτο στο δάσος. Έβγαλε μεθοδικά την περούκα και τους χρωματιστούς φακούς επαφής. Η Τσάντα ρίχτηκε σε υπόνομο μερικά χιλιόμετρα μετά. Στον καθρέφτη του αυτοκινήτου τα μάτια της ήταν υγρά με ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπό της.

Άναψε το φως στο γραφείο της και έβγαλε από το συρτάρι τις παλιές εφημερίδες με φωτογραφίες.

“Η 28χρονη Λυδία Ανεζάκη βρέθηκε βιασμένη και στραγγαλισμένη σε δωμάτιο ξενοδοχείου σήμερα τα ξημερώματα. Μάρτυρες κατέθεσαν ότι επρόκειτο για ερωτικό ραντεβού με ώριμο άντρα αγνώστων στοιχείων. Ένα μενταγιόν με πράσινα πετράδια βρέθηκε πάνω στο πτώμα της νεαρής. Η αστυνομία θεωρεί τον δράστη ως διεστραμμένη προσωπικότητα…..”

Έκλεισε τα μάτια της γεμάτη συγκίνηση. Τα χέρια της άνοιξαν μια επιστολή:

“…Το μενταγιόν ήταν το δώρο σου Ιφιγένεια. Το κτήνος την φλέρταρε καιρό. Την πολιορκούσε με μανία. Εκείνο το ραντεβού στάθηκε μοιραίο…. Δεν μπορέσαμε να στοιχειοθετήσουμε κατηγορία σε βάρος του… Εφοπλιστής βλέπεις…. στημένα άλλοθι παντού… το μενταγιόν μας το παρέδωσε η Αστυνομία μετά ….”

Σηκώθηκε αργά. Τα χέρια της πήραν την φωτογραφία δύο όμορφων νεαρών κοριτσιών. Μια αφιέρωση από πίσω: “Λυδία-Ιφιγένεια, φίλες για πάντα”. Το δάκρυ της κύλησε στο κρύσταλλο και η κορνίζα χάθηκε στην αγκαλιά της.

Την επομένη τα δελτία ειδήσεων ανήγγειλαν:

“Ο Εφοπλιστής Λουκάς Ρέζος βρέθηκε νεκρός χθες νύχτα σε σουίτα ξενοδοχείου. Εντύπωση προκαλεί ένα μενταγιόν με πράσινα πετράδια επάνω στο πτώμα του θύματος….”

Μια διαφορετική Μεγάλη Παρασκευή

Κατηγορία: Θρησκευτικό δραματικό διήγημα πάνω στο Θείο δράμα

«Από νωρίς το πρωί πέρα ο Βοριάς στον ορίζοντα άρχισε να παίρνει χρώμα μπλαβί. Που και που ο αγέρας δυνάμωνε στέλνοντας τα σύννεφα να τρέχουν διαβαίνοντας προς το Νότο. Το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα έσπαγε την παγερή σιωπή που απλώνονταν πάνω στην πόλη. Το άρωμα απ τα αγριολούλουδα σε όποια κομμάτια γης είχαν μείνει ζωντανά έφτανε σε λίγους τυχερούς διαβάτες που βιαστικά τάχυναν το βήμα τους στην περιορισμένη και οροθετημένη τους έξοδο στον ανοιχτό χώρο…»

Μια διαφορετική Μεγάλη Παρασκευή

Από νωρίς το πρωί πέρα ο Βοριάς στον ορίζοντα άρχισε να παίρνει χρώμα μπλαβί. Που και που ο αγέρας δυνάμωνε στέλνοντας τα σύννεφα να τρέχουν διαβαίνοντας προς το Νότο. Το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα έσπαγε την παγερή σιωπή που απλώνονταν πάνω στην πόλη. Το άρωμα απ τα αγριολούλουδα σε όποια κομμάτια γης είχαν μείνει ζωντανά έφτανε σε λίγους τυχερούς διαβάτες που βιαστικά τάχυναν το βήμα τους στην περιορισμένη και οροθετημένη τους έξοδο στον ανοιχτό χώρο.

Πρωινό Μεγάλης Παρασκευής…

Μια εντελώς διαφορετική Μεγάλη Παρασκευή από αυτές που ζούσαμε. Μια παράξενη σιωπή απλώνονταν στην πόλη. Άλλοτε βουερή μια τέτοια μέρα, με ένα αλλοπαρμένο μελίσσι ανθρώπινο βουτηγμένο στον ύστερο καταναλωτισμό να κουβαλάει τις πραμάτειες του. Υπήρχαν όμως και μνήμες ή στιγμές ανθρώπων που παρέπεμπαν σε άλλες αναφορές. Η λειτουργιά της αποκαθήλωσης δεν είχε δα τελειώσει ακόμα στις εκκλησιές. Παλιές νοικοκυρές αλλά και νέοι άνθρωποι ετοιμάζονταν για το μεσημεριανό οδοιπορικό στα κοιμητήρια. Ήταν η δική τους μέρα σήμερα. Η μέρα των νεκρών. Των δικών που είχαν φύγει. Μέρα αναφορά σε φυσικούς αλλά και παράταιρους χαμούς, σε απώλειες λογικές μα και εκτρωματικές μαζί.

Το χτύπημα της καμπάνας αργό, βαρύ, πένθιμο. Σηματοδοτούσε τη μέρα. Μεσημέρι. Οι πασχαλιές μοσχοβολούσαν στα περιβόλια. Ο ουρανός άρχιζε να βαραίνει συμμετέχοντας και αυτός σε ένα βουβό θρήνο. Οι λίστες με τα χαρτάκια των δικών του άλλου κόσμου ετοιμάζονταν γεμάτα συγκίνηση. Η θύμηση, η νοσταλγία, ο πόνος, το άδικο, το φυσικό. Το πάντα αφόρητο του θανάτου που κάθε άνθρωπος αδυνατεί να διαχειριστεί. Και γέμιζε η λίστα της μνήμης. Ο πατέρας, η μάνα, η γιαγιά, ο παππούς, ο αδελφός, το παιδί… Εκεί κόμπιαζε το χέρι για να γράψει. Δίσταζε, αδυνατούσε. Δεν το πίστευε πως ένας γονιός θα έγραφε σε αυτή τη λίστα της μνήμης της Μεγάλης Παρασκευής το όνομα του παιδιού του. Έμοιαζε εφιάλτης γεμάτο πόνο.

Και ύστερα, ξεκινούσε εκείνο το μεγάλο οδοιπορικό. Βήματα ανθρώπων. Στην αρχή μόνοι. Μετά δύο-δύο. Ύστερα ο αριθμός μεγάλωνε καθώς ο δρόμος ζύγωνε στο κοιμητήριο με τα θλιμμένα βουβά κυπαρίσσια. Γίνονταν ποταμός ανθρώπων, μια μεγάλη πομπή που έτρεχε να τους συναντήσει. Να τους μνημονεύσει, να τους χαιρετίσει και να ευχηθεί μαζί τους μια Ανάσταση που θα τη ζούσαν χωριστά.

Βουβά κλάματα, σφιγμένα στόματα, μελανιασμένα δάχτυλα από το σφίξιμο, χέρια γεμάτα λουλούδια, χοές με λιβάνια και καπνό που ανέβαινε το δικό του ταξίδι στον ουρανό. Και ύστερα ο Επιτάφιος. Η μεγάλη εκείνη πομπή. Η υμνωδία από το “Αι γενεαί νυν πάσαι…”, ο Σταυρός Του, η περιφορά, η εξόδιος τελετή. Το πέρασμά Του ανάμεσα στους τάφους ελπίδα ενός ύστατου χαιρετισμού. Όλα κάπως έτσι.

Και μετά η επιστροφή. Το απόγευμα με καφέ και η προσμονή για την απογευματινή λειτουργία. Τα εγκώμια, οι στάσεις και ύστερα η έξοδος και η περιφορά. Όλα κάπως έτσι.

Μόνο που σήμερα, αυτή ειδικά τη Μεγάλη Παρασκευή όλα θα ήταν εντελώς διαφορετικά. Όλα θα ήταν παράξενα. Παράταιρα, αλλόκοτα. Βλέπεις, το αναγκαστικό κλείσιμο των ανθρώπων στα σπίτια, ο φόβος, η σκιά ενός περιφερόμενου άλλου θανάτου θύμιζε πολλά στον άνθρωπο. Κανείς δεν το περίμενε. Ήρθε ξαφνικά, αναπάντεχα.

Οι δρόμοι ήταν έρημοι. Ο συννεφιασμένος βαριά ουρανός έριχνε το βάρος του ασήκωτο παντού. Οι εκκλησιές κλειστές, ο μόνος ήχος ήταν αυτός των φύλλων στα δέντρα απ το Βοριά που φυσούσε. Οι καμπάνες έστεκαν βουβές, ακίνητες. Και οι πόρτες στα κοιμητήρια, ήταν ερμητικά κλειστές. Το βράδυ σαν ήρθε τα κεριά δεν άναψαν ενώ οι στράτες έμειναν έρημες. Και σαν το φως της μέρας έδωσε τη θέση του στη νύχτα εκείνη της Μεγάλης Παρασκευής, το γένος των ανθρώπων έμεινε μέσα σφραγισμένο στα τσιμεντένια τους σπίτια συντροφιά με αυτό το πρωτόφαντο αίσθημα της ήττας. Πως ήταν άραγες δυνατό ένας ανθρώπινος “πολιτισμός”, με τόση τεχνολογία, με τόσα επιστημονικά θαύματα να ηττηθεί από μια αθέατη, απειροελάχιστη μορφή ζωής. Πως ήταν δυνατόν;

Να περνούσε άραγε απ το μυαλό κάποιων ότι, κάποια στιγμή η φύση, η ζωή θα έδειχνε ένα άλλο πρόσωπο στους ανθρώπους; Να πιθανολογούσαν ότι, κάποια άλλη δύναμη θα απειλούσε τη δική τους ευτελή κυριαρχία στη γη;

Τέτοιες σκέψεις γυρόφερναν στα μυαλά των κατοίκων της πόλης σαν έπεσε το σκοτάδι. Και οι δρόμοι έμεναν βουβοί, άδειοι, χωρίς την περιφορά, χωρίς τα εγκώμια, και τα αναμμένα κεριά.

Και τότε, ώρα ενάτη, ήταν που το είδαν οι πρώτοι που τα σπίτια τους ήταν κοντά εκεί! Ξεκίνησε με ένα ανατριχιαστικό θρόισμα μέσα στη νύχτα. Ένα γλυκό αχνό φως τρεμάμενο, που όλο και μεγάλωνε σιγά σιγά. Έβγαινε από το κοιμητήριο, από τα σπίτια εκείνων που αυτή τη Μεγάλη Παρασκευή έμειναν χωρίς λουλούδια ή το παραδοσιακό τρισάγιο. Να που το φως δυνάμωνε σιγά-σιγά. Και μέσα στην ηρεμία της νύχτας, εκεί δα φάνηκαν οι πρώτες σκιές. Ανάλαφρες, σιωπηρές. Με μικρά συρτά βήματα.

Ήταν οι μορφές γυναικών. Όμορφες, φεγγοβολούσαν μέσα στη νύχτα. Φορούσαν χλαμύδες ριχτές σε όλο τους το σώμα. Είχαν ξέπλεκα μαλλιά λυμένα στους ώμους. Ένα πρασινωπό υπέροχο φως τύλιγε την ανέκφραστη παρουσία τους. Στα χέρια τους κρατούσαν κεριά και βάδιζαν λες στον αέρα. Μια απίστευτη ηρεμία ήταν ζωγραφισμένη στα γλυκά πρόσωπά τους. Και μια διακριτική θλίψη βάρυνε το βλέμμα τους καθώς εκείνο απλωνόταν πέρα μακριά. Οι λευκές τους χλαμύδες θρόιζαν και αυτές στο χάδι του ανέμου ζωγραφίζοντας απίθανα σχήματα στο φως εκείνο που τις περιέβαλλε.

Ήταν οι αναμνήσεις και οι νοσταλγίες. Αμέτρητες, εκφραστικές. Οι ελπίδες. Τα ανεκπλήρωτα όνειρα, οι απωθημένες σκέψεις, οι στιγμές που δεν μπήκαν στη φωτιά της ζήσης, οι αποχαιρετισμοί που δεν δόθηκαν, οι καλημέρες που δεν ειπώθηκαν. Οι αγκαλιές που δεν άνοιξαν, τα “σ’ αγαπώ” που έμειναν μισοτελειωμένα στα χείλη. Ήταν όλες εκεί, η μία πίσω απ την άλλη.

Και τότε καθώς το φωτεινό εκείνο ποτάμι είχε ξεχυθεί στο δρόμο ακούστηκε ο ύμνος. Αχνά στην αρχή, πιο δυνατά στη συνέχεια. “Αι γενεαί νυν πάσαι, ύμνον τη ταφή σου, προσφέρουσι Χριστέ μου….”

Θα μπορούσες να δεις τα έντρομα πρόσωπα στην αρχή των έγκλειστων ανθρώπων. Με πόσο τρόμο και φόβο υποδέχονταν κλειδαμπαρωμένοι στα σπιτικά τους εκείνη την παράταιρη πομπή. Κάτι που για πρώτη φορά απαντούσαν στη ζωή τους και στα βιώματά τους.

Μα η πομπή δεν είχε τελειωμό. Απλώθηκε στο δρόμο με κατεύθυνση προς τα σπίτια. Και τότε… πίσω από τις φεγγοβολούσες μορφές θα μπορούσες να δεις κάποιες άλλες να τις ακολουθούν.

Ήταν εκείνοι! Ένας ολάκερος χαμένος κόσμος, άντρες, γυναίκες, γέροι, νέοι, παιδιά, έκαναν τη δική τους έξοδο γυρεύοντας να δώσουν τη δική τους θέση στην περιφορά που δεν έγινε. Να βαστάξουν εκείνοι το Σταυρό Του, να σηκώσουν στους ώμους τον δικό Του Επιτάφιο.

Η πομπή των νεκρών. Με ήρεμα τα πρόσωπά τους, ανέκφραστα, αχνά, σχεδόν διάφανα. Μονάχα τα πρόσωπά τους σχηματίζονταν μέσα σε μια ομίχλη που τους συνόδευε. Πρέπει να βάσταγαν μικρά κεριά. Γιατί φαίνονταν μέσα στη νύχτα σαν μικρά αστεράκια φλόγας. Ένα μικρό ποτάμι, φωτεινό, σιωπηρό από μορφές που έλαμπαν μέσα στη νύχτα.

Σαν ζύγωσαν κοντά στα σπίτια, σαν μπήκαν πια στο δρόμο προς το κέντρο της πόλης, μπορούσες να τους διακρίνεις καλύτερα. Πρόσωπα απόκοσμα, ήρεμα, γαλήνια. Βλέμματα απλανή, παγωμένα. Και καθώς οι φλόγες απ τα κεριά στα χέρια τους τρεμόπαιζαν σχημάτιζαν ένα φωτεινό μονοπάτι προς το κέντρο της πολιτείας.

Τότε, ώρα δεκάτη, ο φόβος στα μάτια των έγκλειστων ανθρώπων γίνηκε σφίξιμο στην καρδιά, θλίψη, δάκρυ στα μάτια, αναφιλητό, κλάμα γοερό. Που προσπαθούσε να ενωθεί με την παρουσία εκείνων εκεί έξω. Έβλεπες κάτι το τόσο παράξενο και απόκοσμο. Κλεισμένα πρόσωπα μέσα στα σπίτια. Αμέτρητα πρόσωπα και σώματα κολλημένα στα τζάμια των θυρών και των παραθύρων. Με πονεμένα βλέμματα. Την ίδια ακριβώς στιγμή που η μεγάλη τούτη πομπή βάδιζε αργά στον αέρα έξω ακριβώς απ τα σπιτικά τους. Οι μορφές των γυναικών, τα βλέμματα των ανθρώπων του άλλου κόσμου.

Και μετά, λες να στο πίσω μέρος της πομπής, πιο πίσω απόμερα, κάτι άλλο, κάτι φοβερό, κάτι που προξενούσε τρόμο στην αρχή μα μετά πανικό. Άλλες μορφές ακολουθούσαν τη μεγάλη περιφορά. Μονάχα που εκείνες ήταν απειλητικές. Ήταν φοβερές. Τα μάτια τους ήταν πύρινα, τα χέρια τους μακριά και κινούνταν εχθρικά μέσα στην θαμπάδα της ομίχλης. Στα χέρια τους βαστούσαν δάδες με δυνατή φλόγα που απειλούσε να κάψει και να χαλάσει.

Ήταν οι ενοχές, οι τύψεις, η συγχώρεση που δεν δόθηκε ποτέ, τα “εγώ” που δεν συγκινήθηκαν, η αλαζονεία που δεν πτοήθηκε, η πρόκληση που δεν μετριάστηκε, η μισαλλοδοξία με το μίσος που δεν γαλήνεψαν. Ο Φόνος, ο δόλος, η εξαπάτηση. Εκεί, στο τέλος της μεγάλης πορείας που πια είχε απλωθεί σε κάθε δρόμο, σε κάθε σοκάκι, σε κάθε πλατεία και στενό και είχε καταλάβει την πόλη ολάκερη. Μορφές που πάγωναν τα βλέμματα των ανθρώπων, που έδειχναν καθαρά τη δική τους υπεροχή απέναντι στην ανθρώπινη ματαιοδοξία και αυταπάτη.

Δύο κόσμοι, ένας φωτεινός γαλήνιος και ένας πύρινος εφιαλτικός. Τα δύο πρόσωπα της αλήθειας κάτω από τη σκέπη Του. Εκείνου που στ όνομά Του γίνηκαν και γίνονται ειδεχθή εγκλήματα, που στο όνομά Του χτίστηκε η μεγαλύτερη καπηλεία και το πιο πρόστυχο εμπόριο.

Ο κόσμος των ανθρώπων έλειπε από εκείνη την περιφορά. Ήταν κλεισμένος ερμητικά στα δωμάτια των σπιτιών του, που τώρα πολλά έμοιαζαν με κλουβιά τυλιγμένα στα σκοτάδια. Με τους ίδιους να ουρλιάζουν από φόβο και πανικό. Να γυρεύουν να φύγουν καθώς οι πύρινες φλόγες με τις αλλόκοτες μορφές ζύγωναν πια στις αυλές τους.

Μαζί με τους νεκρούς και τους χαμένους ήρθαν να ανταμώσουν οι μνήμες και οι στιγμές. Και σιγα-σιγά τα κρίματα και τα άδικα. Οι τύψεις, οι ενοχές και όλα τα τέρατα που το γένος των ανθρώπων γέννησε. Η κακία, η μοχθηρία, η εκμετάλλευση.

Δεν είχε τέλος αυτό το πέρασμα. Γιατί ακόμα μια άλλη πομπή ακολουθούσε. Αυτή των πεινασμένων, των ρακένδυτων, των αποδιωγμένων ξένων, των νεκρών παιδιών που πνίγηκαν και τσακίστηκαν στις βραχώδεις και απόκρημνες ακτές. Των γονιών που έφυγαν ξεχασμένοι σε παγωμένα γηροκομεία και γκρεμισμένα σπίτια. Κάθε αδύνατη, ευάλωτη και διαφορετική, ψυχή, ξεχασμένη για τους ανθρώπους, κουβαλώντας τη δική της ετικέτα και τους χαρακτηρισμούς.

Κάθε πομπή ξεχωριστά, κάθε περιφορά στη δική της στράτα. Κάθε φως στο δικό του καντήλι. Κάθε νόημα στο δικό του σκεπτικό. Κάθε μορφή στο δικό της σχήμα.

Μόνο εκεί πιο ψηλά στον ουρανό στεκόταν Εκείνος! Λες και κατέβαινε από την “επί του όρους ομιλία”. Λες και ακόμα η στεντόρεια φωνή Του ακούγονταν στα αυτιά μας “Ουαί υμίν γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές”. Φωνή ξεχασμένη, αλλοτριωμένη, αλλαγμένη, ξεπουλημένη, απ τον κόσμο των ανθρώπων, που εκείνη την Μεγάλη Παρασκευή είχε εκείνος μεταβληθεί σε αδρανής φυλακισμένος θεατής των μεγάλων Ωρών εκείνης της μέρας.

Μια Μεγάλη Παρασκευή εντελώς αλλαγμένη και διαφορετική.

Και περί ώρα δωδεκάτη οι παράξενες εκείνες πομπές χάθηκαν στην έξοδο της πόλης. Όπως ακριβώς ήρθαν. Τα κεριά έσβηναν σιγά-σιγά, το υπέροχο αυτό ζεστό φέγγος χάθηκε, οι πύρινες δάδες ξεμάκρυναν. Η ομίχλη διαλύθηκε. Αφήνοντάς την πόλη ξανά στην παγερή σιωπή. Και οι ανάσες στα στήθια των έγκλειστων ανθρώπων άρχισαν να γίνονται ξανά κανονικές.

Όλοι, πριν φέξει το φως της επόμενης μέρας, αναρωτιόνταν, αν το μήνυμα που άφησαν οι παράξενες εκείνες μορφές για να διαβούν τα όρια αυτού του κόσμου, αν το Μεγάλο Σάββατο ξημέρωμα θα έδιναν σχήμα σε σκέψεις για έναν άλλο κόσμο καλύτερο ή χειρότερο.

Γράφτηκε και δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 17 Απρίλη 2020 στο προσωπικό μου blog εδώ:

«Ηδύποτον»

Τη λάθος στιγμή

Κατηγορία: Δραματικό ερωτικό διήγημα

«Έριξε μια ακόμα ματιά στο σπίτι της. Έστεκε εκεί απέναντι από τη λάμπα του δρόμου, μια όμορφη επιβλητική βίλα. Είχε αφήσει τη μοτοσυκλέτα του δίπλα στο φανάρι για να περπατήσει προς τα εκεί. Το βλέμμα του χαίδεψε τα παραθυρόφυλλά της, τις γλάστρες στο μπαλκόνι, την μεγάλη πόρτα φτιαγμένη από ξύλο. Εκείνη την πόρτα που διάβηκε εκείνη την άγρια νύχτα. Εικοσιδύο ολάκερα χρόνια πριν…»

Tη λάθος στιγμή

“Μα εγώ Άρη μου σε βλέπω σαν φίλο !”

ακούστηκαν τα λόγια της μαχαιριά. Ένιωσε τις ρίζες της καρδιάς του να κομματιάζονται σε χίλια δυό κομμάτια.

“Σε βλέπω σαν Φίλο !…”. Είπε τη φράση μόνος του δυνατά, μία ακόμα φορά. Να την ακούσει πάλι. Να την συνειδητοποιήσει. Έστεκε εκεί απέναντι από το Νεοκλασικό σπίτι της, ίσκιος μονάχος και παράξενος. Αντίκρυ του έστεκε η θάλασσα. Σκοτεινή, ανταριασμένη. Μέσα στην καρδιά εκείνης της νύχτας του χειμώνα. Συντροφιά με τις αναμνήσεις που επέστρεφαν σαν την καταιγίδα που παραφύλαγε στο πέλαγος απέναντι.

Έριξε μια ακόμα ματιά στο σπίτι της. Έστεκε εκεί απέναντι από τη λάμπα του δρόμου, μια όμορφη επιβλητική βίλα. Είχε αφήσει τη μοτοσυκλέτα του δίπλα στο φανάρι για να περπατήσει προς τα εκεί. Το βλέμμα του χαίδεψε τα παραθυρόφυλλά της, τις γλάστρες στο μπαλκόνι, την μεγάλη πόρτα φτιαγμένη από ξύλο. Εκείνη την πόρτα που διάβηκε εκείνη την άγρια νύχτα. Μια νύχτα σαν την αποψινή, άγρια, χειμωνιάτικη. Με τον ουρανό βαρύ, σαν την καρδιά του. Και τα αισθήματά του να βράζουν μέσα του καυτά και να τον λιώνουν όπως η υψικάμινος τα σκληρά μέταλλα.

Πριν εικοσιδύο χρόνια ! Πόσος καιρός ! Πόσοι χειμώνες κύλησαν από εκείνη τη νύχτα που άλλαξε η ζωή του συθέμελα. Που ο κόσμος έγινε μια κινούμενη άμμος απειλώντας να τον τραβήξει σε μια άγνωστη κάθοδο. Την νύχτα εκείνη που όλα στη ζωή του γράφονταν ξανά. Απ την αρχή ! Λες και δεν έζησε τίποτα πριν. Κι όμως εκείνη τη νύχτα ήταν που το παζλ απέκτησε το τελικό του σχήμα και μορφή. Μόνο που δεν ήξερε που θα το οδηγούσε η ζωγραφική της ζωής.

Η Εριέττα. Μια γλυκιά όμορφη νεαρή γυναίκα, ψηλόγλινη, με μαλλιά σκούρα μαύρα που έκαναν άπειρες μικρές-μικρές τόσα δα μπούκλες. Με τα εκφραστικά της μάτια και το χαμόγελο στα χείλη. Όλα ξεκίνησαν νωρίς το βράδυ. Σαν να το ζούσε μπροστά του. Ένα ημερολόγιο πίσω στο χρόνο.

“Εριέττα ! Τι έκπληξη είναι αυτή γλυκιά μου !”

“Θα με αφήσεις να περάσω κύριε Άρη ή θα με παρατήσεις εδώ έξω, δεν βλέπεις ; πω πω σήμερα, πάγωσα”

“Έλα πέρασε…”, την οδήγησε στο εσωτερικό του σπιτιού.

“Δεν πιστεύω να ενοχλώ ;”, τον ρώτησε καθώς κάθισε στον καναπέ τακτοποιώντας τα πράγματά της.

“Να ενοχλείς ; εσύ ; ε όχι δα !”

“Ο Ουρανός είναι γεμάτος σύννεφα. Να δεις που θα το γυρίσει σε χιόνι !”

“Τόσο πολύ ;”

“Σίγουρα. Ήδη ρίχνει ψιλές νιφάδες”

“Τι να σου φέρω να σε ζεστάνω ;”

“Ένα κονιάκ θα μου έκανε καλό”

“Έφτασε”

Πήγε στο μπαρ απέναντι να ετοιμάσει τα ποτά. Η Εριέττα άπλωσε το βλέμμα της ολόγυρα σε μια απαλή βελούδινη ματιά. Έριξε μια ματιά έξω στον κήπο και είπε:

“Αυτές σου οι τριανταφυλλιές ! Μέσα στην καρδιά του χειμώνα σαν νύφες ντυμένες στο λευκό και στο ροζ !”

“Α είναι οι λατρείες μου και το ξέρεις”, της απάντησε καθώς έφτασε κοντά της με τα ποτά.

“Είδα και το ποδήλατό σου έξω ! Πες μου ότι το χρησιμοποιείς ακόμα ;”

“Καλά το λες ! Αχώριστος φίλος μου, πάντα”.

“Στην υγειά μας Άρη ! Καλώς σε βρήκα !”

“Καλώς όρισες Εριέττα !”

Η Κοπέλα άφησε το ποτήρι της στο τραπέζι, άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα μικρό κουτάκι όμορφα στολισμένο.

“Αυτό για σένα !”

“Τι κάνεις ; είσαι με τα καλά σου ; μα γιατί ;”

Τον κοίταξε στα μάτια, όμορφα εκφραστικά.

“Έτσι. Το είδα, μου άρεσε, το πήρα, ξέρω ότι σου αρέσουν αυτά τα καλλιτεχνικά όμορφα πράγματα”

“Τι είναι ;”

“Άνοιξε να δεις. Ένα διακοσμητικό κουτί. Δια χειρός μιας εξαίρετης φίλης μου που κάνει τέτοια”

Το άνοιξε, με τα μάτια να λάμπουν, το απόλαυσε.

“Είναι τέλειο, σε ευχαριστώ γλυκιά μου”

Την πλησίασε, έσκυψε και τη φίλησε απαλά στο μάγουλο.

Στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο. Με ζεστασιά στην καρδιά. Γνώριμοι από την εφηβεία τους. Βουτηγμένοι στις αναζητήσεις της νιότης τους, στα μικρά και μεγάλα δράματα που χάραξαν αργότερα τη ζωή τους. Ανοιχτές αγκαλιές ο ένας για τον άλλον στα προβλήματά τους.

“Εμείς παιδί μου δεν κάνουμε ο ένας έξω απ τον άλλο. Θα ήμασταν σαν τα …ψάρια έξω απ το νερό”, του έλεγε πολλές φορές όταν συνειδητοποιούσαν το δέσιμό τους.

Μίλησαν για κείνους, για τις ζωές τους, τι τους βάραινε, τι τους σημάδευε.

“Κάτι μου είπες στο τηλέφωνο Άρη ! Για κάτι που σε βασανίζει, σε απασχολεί…”, τον ρώτησε.

“Ναι Εριέττα. Κάποτε ο πατέρας, μου μίλησε για κάποιο μεγάλο μυστικό. Ότι σαν ωρίμαζε ο χρόνος θα μου το έλεγε…

“Λοιπόν ;”

“Δεν πρόλαβε, άλλωστε θα στο είχα πει…”

“Τι φαντάζεσαι ότι μπορεί να είναι ;”

“Δεν ξέρω, εκείνο όμως που ξέρω είναι ότι μου έχει γίνει έμμονη ιδέα να μάθω….”

“Η Μητέρα σου ;”

“Δεν μου είχε πει τίποτα πριν πεθάνει. Βλέπεις όλα έγιναν τόσο γρήγορα…”

προσπάθησε να τον ηρεμήσει. Ησύχασε, όλα θα γίνουν.

“Εσύ πως είσαι τι κάνεις ;” την ρώτησε σαν να ήθελε να καταχωνιάσει την έγνοια του.

Το πρόσωπο της κοπέλας βάρυνε.

“Τι συμβαίνει ; Εριέττα μίλα μου !”

Είχε το νου του στο βλέμμα της, στα χείλη της. Η σχέση τους ήταν παράξενη. Μια ακροβασία ανάμεσα στον έρωτα και τη φιλία. Του άρεσε να την κοιτάζει στα μάτια, τόσο πολύ.

Του μίλησε, του άνοιξε την καρδιά της:

“Οι σχέσεις μου… τα αδιέξοδά μου… κάτι δεν κάνω καλά Άρη ! Δεν γίνεται, δεν μπορεί όλοι να έχουν άδικο και εγώ στον κόσμο μου… η μοναξιά. Δεν την αντέχω τη μοναξιά. Και αυτό με οδηγεί σε επώδυνους …συμβιβασμούς…”

“Ησύχασε ! Άκου…”

Της μίλησε, άνοιξαν την καρδιά τους. Την ηρέμησε. Την έκανε να νιώσει διαφορετικά, ώριμα, σίγουρα. Έτσι που σαν ήρθε η ώρα να φύγει η διάθεσή της ήταν εντελώς διαφορετική.

“Φεύγεις ;”

“Το …Ωρολόγιον είναι αμείλικτο”, του είπε χαριτολογώντας.

Την αποχαιρέτισε κοιτώντας την να ξεμακραίνει έξω στο δρόμο τυλιγμένη στο παλτό της μέσα στο κρύο. Ένα κρύο που, χωρίς να ξέρει, απειλούσε και τις δικές του ώρες.

Γιατί εκείνη η νύχτα έμελε να είναι η μεγάλη νύχτα των αποκαλύψεων. Γιατί οι απαντήσεις που ζητούσε έφτασαν μπροστά του με ένα τρόπο τόσο απλό αλλά συνάμα και τόσο βίαιο.

Μια εφημερίδα ! Μια παλιά κιτρινισμένη εφημερίδα καταχωνιασμένη, διπλωμένη στο βάθος του συρταριού του γραφείου του. Οδηγημένο το χέρι του εκεί, άγνωστο από ποια μοίρα. Για να τον οδηγήσει στην αλήθεια.

Η φωτογραφία μιας γυναίκας στην κάτω σελίδα. Η είδηση για ένα τροχαίο θανατηφόρο ατύχημα που οδήγησε στο θάνατο εκείνη την όμορφη γυναίκα. Τα μάτια του πάγωσαν μπροστά στην εικόνα της. Κάπου αλλού είχε δει αυτήν την εικόνα ! Πολλές ναι, πολλές φορές ! Μα να ! Εκεί στο βάθος, στην ασημένια κορνίζα της βιβλιοθήκης. Έντρομος σηκώθηκε προς τα εκεί. Πήρε την κορνίζα μπροστά του. Κοίταζε τις δύο φωτογραφίες και όλο και περισσότερο έβλεπε μπροστά του την ίδια όμορφη γυναίκα. Και ύστερα ! Το όνομά της ! Ματίνα Αγραφιώτου ! Και ο συνοδηγός ! Το όνομα του συνοδηγού, ο Πατέρας του ! Σώος με σοβαρά τραύματα. Μαζί τους και ένα μικρό αγόρι. Το χέρι του έτρεμε. Το αγόρι σώθηκε. Το όνομά του …. Άρης ! 18 μηνών !

Όλα έγιναν γύρω του ένα χάος. Μια άναρχη εικόνα. Διάβασε, σκέφτηκε, σύγκρινε, αντιστοίχησε πράγματα και καταστάσεις και η αλήθεια ήρθε απρόσκλητη μπροστά του όπως δεν την είχε ποτέ φανταστεί.

Και τότε, ναι τότε… τίποτα δεν τον χωρούσε στο σπίτι. Όλα έγιναν εκεί μια φυλακή που τον έπνιγε. Ντύθηκε και βγήκε σχεδόν τρέχοντας στον χιονισμένο δρόμο. Η Χιονοθύελλα που είχε ξεσπάσει έπλεκε μπροστά του ένα κατάλευκο πέπλο. Μπήκε στο αυτοκίνητό του. Χωρίς να ξέρει το γιατί, βρέθηκε πίσω από τη μεγάλη ξύλινη αυτή πόρτα του σπιτιού της Εριέττας. Χτύπησε δυνατά.

Μια ανείπωτη αγωνία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της καθώς τον είδε αλλόφρονα μπροστά της.

“Άρη ! Τι συμβαίνει ; τι έπαθες ;”

“Να περάσω μέσα ! Σε ικετεύω άφησέ με να περάσω μέσα !”

Δεν υπήρχε περίπτωση να του αρνηθεί. Το έκανε.

Βρέθηκαν στο σαλόνι του μεγάλου σπιτιού.

“Τι συμβαίνει ; πες μου ; είσαι σε άθλια κατάσταση ; τι έγινε μετά που έφυγα ;” του φώναξε παρακλητικά.

“Εριέττα ! Τα ανακάλυψα όλα ! Τα πάντα, αυτά που δεν ήξερα… όλα”

“Πες μου”

“Η Μητέρα μου…. Εριέττα… η πραγματική μου μητέρα… είναι άλλη…”

Η Κοπέλα έμενε ολόρθη εμβρόντητη ανίκανη να πει λέξη. Μόνο τον άκουγε και τον κοίταγε.

“Η Πραγματική μου μητέρα είναι ….. εκείνη η γυναίκα… η φωτογραφία…”

Της τα είπε όλα !

“Ω Θεέ μου !” συνέλαβε τον εαυτό της να ψιθυρίζει, την ίδια στιγμή που συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να τον βοηθήσει να το διαχειριστεί.

“Κάτσε”, του είπε. Την ακολούθησε. Εκείνη συνέχισε:

“Καταλαβαίνω πως νιώθεις….”

“Ποιος είμαι Εριέττα ; από που έρχομαι ; ποια ήταν η γυναίκα που ήξερα όλα αυτά τα χρόνια σαν μητέρα μου ; ποια ήταν η Γυναίκα στο αυτοκίνητο εκείνο το βράδυ ; καταλαβαίνεις ;”

“Ναι”, του είπε αποφασιστικά και πρέπει να μαζέψεις τα συναισθήματά σου. Ότι κάνεις από εδώ και πέρα οφείλεις να το κάνεις μεθοδικά.

“Εριέττα !” είπε κοιτώντας την ίσια τα μάτια σχεδόν μέσα στην αγκαλιά της.

“Τι ;”

“Σ’ Αγαπώ Εριέττα ! Ναι ! Πάντα σ΄αγαπούσα !”

Η Γυναίκα έδειξε να ξαφνιάζεται, ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της. Δεν ήξερε πως να το διαχειριστεί όλο αυτό.

“Άρη σε παρακαλώ !”

“Εριέττα ! Σ’ αγαπώ ! Πάντα σ’ αγαπούσα ! Χρόνια τώρα ! Δεν σου λέω ψέμματα”, της φώναξε γεμάτος αγωνία.

“Δεν είπα γλυκέ μου ότι λες ψέμματα… απλά… να… άκου Άρη ! Εγώ… όλα αυτά τα χρόνια.. για μένα είσαι κάτι άλλο !”

“Τι Εριέττα ;”

“Για μένα είσαι κάτι μεγάλο, μια άλλη παρουσία στη ζωή μου, ένας Φίλος, ένας δικός μου άνθρωπος, έτσι σε βλέπω Άρη… και εγώ σ’ αγαπώ αλλά… “

Σηκώθηκε όρθιος. Έδειξε σαν να έχει πέσει παγωμένο νερό στο κορμί του.

“Μ’ Αγαπάς αλλά… πως γίνεται αυτό πες μου !” την άρπαξε απ τους ώμους.

“Άρη ! Τι είναι αυτό που σε κάνει να το λες αυτό τώρα ! Γιατί τώρα ; γιατί αυτή τη στιγμή ;” του φώναξε και αυτή με τη σειρά της “Ποτέ σου δεν αποφάσιζες να διεκδικήσεις ή να κάνεις κάτι την ώρα που έπρεπε Άρη ! Πάντα αναβλητικός, πάντα διστακτικός, πάντα με το φόβο και την ανασφάλεια. Πάρε επιτέλους μια πρωτοβουλία Άρη ! Πάλεψέ την !” φώναζε πλέον εκείνη.

******************

Τα εκτυφλωτικά φώτα και η κόρνα ενός αυτοκινήτου τον επανέφεραν στην σημερινή πραγματικότητα, εικοσιδύο χρόνια μετά από εκείνη τη νύχτα.

Επανήλθε ταραγμένος στο σήμερα. Τραβήχτηκε στην άκρη του δρόμου. Οι αναμνήσεις διακόπηκαν βίαια όπως βίαια άλλαξε και η ζωή του εκείνη τη νύχτα.

Σήκωσε πάλι τα μάτια του. Το μεγάλο παράθυρο του νεοκλασικού σπιτιού ήταν φωτισμένο. Πίσω απ τις κουρτίνες είδε δύο ίσκιους. Μιας γυναίκας και ενός άντρα που ενώθηκαν σε μια αγκαλιά. Πάγωσε λίγο το βλέμμα του επάνω τους.

“Ελπίζω να είσαι ευτυχισμένη Εριέττα ! Γιατί η καρδιά σου το αξίζει ψυχούλα μου ! Καληνύχτα…”

Έριξε μια τελευταία ματιά στο παράθυρο. Ύστερα γύρισε απότομα την πλάτη του και κίνησε με γοργά βήματα στην μοτοσυκλέτα του. Ο Ήχος των στροφών της μεγάλης μηχανής συναγωνίζονταν τον θόρυβο του λυσσασμένου Βοριά εκείνης της νύχτας.

Πρώτη Δημοσίευση, στις 19 Γενάρη 2019, στο προσωπικό μου blog εδώ: «Ηδύποτον»

Ο Λεβιές

Photo by Nadezhda Diskant on Pexels.com

Κατηγορία: Μικρό διήγημα, Κομεντί

Το χαμόγελο είναι αναγκαίο στη ζωή μας. Όταν μάλιστα αυτό συνοδεύεται και από «γαργαλιστικές» αισθησιακές μας στιγμές αποκτά τη δική του γλυκιά πλευρά.

Διαβάστε το διήγημα:

-Που πάμε από εδώ βρε Χρήστο μου ; δεν βλέπεις τον οδοδείκτη ; αδιέξοδο δείχνει.

-Παραλία μωρό μου, ρομαντικά ! να γλεντήσουμε τη μοναξιά μας.

-Για αυτό μ’ έφερες στις ερημιές ;

-Εμ τι, για να δοκιμάσω το GPS στο Ρενό ; Δεν έχεις παράπονο, κοίτα ! Ηλιοβασίλεμμα και ερημιά.

-Κοίτα Ομίχλη στο πέλαγος.

-μαζεύεται τη νύχτα με την υγρασία και φεύγει το πρωί με την ανατολή.

-Χρήστο μου, αγκάλιασέ με, δημιουργία ο έρωτας δεν είναι ;

-μόνο ; ενέχυρο για όμορφες στιγμές, να τώρα που είμαστε μόνοι .

-Εδώ στο αυτοκίνητο ; τολμηρέ μου άντρα… !

-Αχ Λιζάκι μανάρι μου, καλό και τ’ αυτοκίνητο να σβήνουν οι φωτιές μας.

-Ναι Χρήστο μου….

(βογγητά και σκιές απ τα κορμιά που σμίγουν)

…….

-Έλα αγάπη μου αργείς ;

-Εμ φόρα καμιά φούστα κοντή βρε μωρό μου να βολευτούμε. Εσύ μούρθες με τον κορσέ της Κόμισσας του Λάνγκερλεφ ! Τι να κάνω ο δύσμοιρος ;

-Βλέπω και εσένα με το τζιν ! Μια ώρα με αυτό το φερμουάρ !

-Μα κοίτα τώρα ! Φερμουάρ είπαμε πανάθεμα την Lee μου μέσα, όχι αλυσίδα για την άγκυρα του καραβιού. Σφήνωσε !

-Έλα, Χρήστο μου …

-Λιζάκι ! Ετοιμάσου για απογείωση, όλα έτοιμα…

-Άνοιξε το παράθυρο σκάω !

-Και το παράθυρο και τα πόδια σου Λίζα μου.

-Πρόστυχε !

…………….

-Ουάαααου η σκληράδα σου Χρήστο μου !

-Βρε μωρό μου, το λεβιέ πιάνεις ! Κανόνισε να βγάλεις την ταχύτητα να κάνουμε μπάνιο με τ’ αμάξι..

…………………….

-Αχ έτσι σε θέλω νεράιδα μου, να αστράφτει το κορμάκι σου στο φεγγαρόφωτο. Τι γυναικάρα έχω εγώ ηφαίστειο !

-Ναι Χρήστο μου…. το μέγεθος…..

-Πάλι το λεβιέ πιάνεις….!

-Αχ είπα και εγώ…!

-Δεν το συνεχίζω…!

-Μμμμμ άντρα μου το βελούδο σου με τρελαίνει !

-Εμ μόνο εσείς βελούδα ; και εμείς τώρα. Τι ; σαν το πουλί του Παππού Ανάργυρου που ‘ναι σαν την κόμη του Μωυσή ;

-Μ’ ανάβει το λουκ σου εκεί κάτω.

-Ήθελα νάξερα που το βλέπεις με τόσο έρεβος βρε Λιζάκι.

-Το νιώθω άντρα μου παντού.

-Ναι καρδιά μου ναι ! Αλλά μην το πεις παραέξω γιατί με βλέπω με καζούρα…

………..

-Φεύγω μωρό μου, με τρελαίνεις !

-Τον καθρέφτη πρόσεχε Λίζα μου ! Με το κεφάλι σου πάνω κάτω, θα γυρίσουμε στραβοί…

(Θόρυβος ξαφνικός από μέσα…..)

-Τι είναι αυτό Χρήστο ;

-Μη δίνεις σημασία κορμάρα μου, δουλειά σου εσύ, αλλά τα πόδια σου ! Είναι κι ατελείωτα ! άνοιξες τον κλιματισμό….

-Μην με κόβεις με τον κλιματισμό σου, έλα ! Με τρελαίνεις !

-Πάμε φρεγάτα μου ! Δουλειά σου !

-Αχ βρε Χρήστο τι τρίζει έτσι πια ;

-Τα ρημάδια τα αμορτισέρ, θα τ’ αλλάξω. Άστο τώρα και είμαστε για την κορυφή !

-Κορυφή Χρήστο μου !

-Ναι Λίζα μου !

-Έρχομαι άντρα μου !

-Φτάνω γυναικάρα μου !

…………Θόρυβος τριξίματα έξω

-Λίζα !

-Αχ όχι τώρα μωρό μου !!!

-Λίζααα !

-Μη τώρα Χρήστο μουουουου, τί είναι πια !!!!!

-Άσχετο, ο Σκύλος στο καπό που μας παίρνει μάτι Λαμπραντόρ δεν είναι ;

-Όχι πάνω στο καλύτερο ρε Χρήστο !!! Όχιιιιιι…

Photo by Pixabay on Pexels.com

Νυχτέρι στη Μνήμη

Κατηγορία: Δραματικό Διήγημα

Πλοκή:

«Κοίτα! Άφησε το βλέμμα σου να απλωθεί

ξεκούραστο κι αδέσμευτο να μετρηθεί,

με τι άλλο; με τις εικόνες περασμένης εκείνης εποχής

ζωντανή να γίνει πάλι στις στράτες της ψυχής.

Λένε το ταξίδι των αναμνήσεων γλυκιά προσμονή θα φέρει

δεν θέλω να το κρίνω, τη κρίση την έχει ετούτο το νυχτέρι.

Περπατησιά λεύτερη τον χρόνο να γλυκάνει,

τη ζωή να αλλάξει σήμερα, το τώρα δεν το φτάνει…»

Η αυλή ενός παλιού σχολείου. Όπως τότε. Σαράντα ολάκερα χρόνια πριν.
Όλα ανάμεσα στο σκοτάδι της νύχτας, σε έναν παράξενο χορό από σκιές.
Την είδε.. Ήταν εκεί. Σαν να τον περίμενε.
Στη παλιά πέτρινη βρύση. Για μια στιγμή στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο. Ήταν πάντα γλυκειά
όπως τότε. Με εκείνο το χαμόγελο ζωγραφισμένο στα όμορφά της χείλη.

Που μπορείτε να το διαβάσετε:

Δημοσιεύτηκε ως συμμετοχή μου στο δικτυακό δρώμενο «Μουσικές ιστορίες» και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ: «Νυχτέρι στη μνήμη» στο εξάιρετο blog «My Little Stories» του φίλου Γιώργου Δερβεντλή

Αγάπη είναι

Κατηγορία: Μικρό διήγημα

Πλοκή:

Φίλιππος και Μυρτώ,

εκείνος ώριμος άντρας στα πενήντα δύο του χρόνια. Εκείνη νέα γυναίκα, στη φωτιά των τριάντα δύο της.

Ενωμένοι σε μια σχέση στήριξης, αλήθειας, κατανόησης και σεβασμού. Μια σχέση που δεν στηρίζεται στην μονομερή κριτική και καταδίκη.

Και ένας έρωτας που κινείται ανάμεσά τους αόρατος, λανθάνων, κρυφός. Σαν να προσπαθεί να βρει την κατάλληλη εκείνη στιγμή για να φωνάξει το δικό του παρόν.

Που μπορείτε να το διαβάσετε:

«Αγάπη είναι» θα το βρείτε δημοσιευμένο στο προσωπικό μου λογοτεχνικό blog «Ηδύποτον»

Μέρος του προβλήματος

Κατηγορία: Αστυνομικό δράμα σε ατμόσφαιρα noir

Πλοκή:

Χρόνος δράσης: Μέσα δεκαετίας 1960

Ο Ηλίας, είναι ένας νεαρός άντρας στα τριάντα δύο του χρόνια. Όμορφος, αρρενωπός, επιβλητικός με τον αέρα του κλασικού εραστή. Τυχοδιώκτης στην προσωπική του ζωή, περιπλανόμενος σε χαρτοπαικτικές λέσχες, εραστής ώριμων κυριών. Είχε το δικό του μοναδικό τρόπο να πλασάρει άριστα τον εαυτό του.

Τα πράγματα θα μπλέξουν πολύ άσχημα στη ζωή του μόλις συνέλθει από υπνωτικές σταγόνες στο ποτό του, σε μια πολυτελή βίλα ενός πλούσιου άντρα, στην οποία είχε ένα ασυνήθιστο και πολύ ριψοκίνδυνο ραντεβού με μια όμορφη, ελκυστική γυναίκα, τη Δάφνη.

Η αρχική του απορία, θα μετατραπεί άμεσα σε τρόμο όταν στο ίδιο δωμάτιο κείτεται νεκρός, πυροβολημένος, ο άνθρωπος για τον οποίο εκτελούσε την “επαγγελματική” του αποστολή. Η στημένη παγίδα γύρω του είναι στημένη με εξαίρετη μαεστρία.

Η επαναφορά της μνήμης του θα μας οδηγήσει δύο μήνες πριν στην αίθουσα του “Gatto Nero”, ενός ατμοσφαιρικού μπαρ στον Πειραιά. Στο μέρος που ξεκίνησε η παράξενη και σκοτεινή ιστορία, η οποία και θα αλλάξει τη ζωή του για πάντα.

Που μπορείτε να το διαβάσετε:

Το διήγημα είναι διαθέσιμο στο προσωπικό μου blog «Ηδύποτον» και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ: «Μέρος του προβλήματος» / «Ηδύποτον Blog»

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε